3 αποτελέσματα για «縋»

縋る すがる

ρήμα

  1. 01 προσκολλώμαι, κρέμομαι από κάτι
  2. 02 βασίζομαι σε κάποιον, εξαρτώμαι από κάποιον
  3. 03 ικετεύω, παρακαλώ θερμά
縋りつく すがりつく

ρήμα

  1. 01 γαντζώνομαι από, βασίζομαι σε, αγκαλιάζω, σφίγγω στην αγκαλιά μου
  1. 01 κρατιέμαι
  2. 02 κρατιέμαι
  3. 03 εξαρτώμαι