33 αποτελέσματα για «縫»

縫う ぬう N2

ρήμα

  1. 01 ράβω, συρράπτω
  2. 02 ελίσσομαι (π.χ. μέσα από ένα πλήθος)
縫い付ける ぬいつける

ρήμα

  1. 01 ράβω πάνω σε κάτι
縫合 ほうごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συρραφή, ράψιμο μαζί (τραύματος), ράμμα
縫い目 ぬいめ

ουσιαστικό

  1. 01 ραφή, γαζί, συρραφή
縫製 ほうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ράψιμο (με ραπτομηχανή)
縫い ぬい

ουσιαστικό

  1. 01 κέντημα, ράψιμο
縫いぐるみ ぬいぐるみ

ουσιαστικό

  1. 01 λούτρινο παιχνίδι, λούτρινο ζωάκι, μαλακό παιχνίδι
縫い合わせる ぬいあわせる

ρήμα

  1. 01 ράβω μαζί, ενώνω με ράψιμο, κλείνω ράβοντας
縫い物 ぬいもの

ουσιαστικό

  1. 01 ραπτική, χειροτεχνία, κέντημα
縫い込む ぬいこむ

ρήμα

  1. 01 ράβω μέσα
縫い直す ぬいなおす

ρήμα

  1. 01 ράβω ξανά, επιδιορθώνω με ράψιμο
縫い上げる ぬいあげる

ρήμα

  1. 01 τελειώνω το ράψιμο
縫い取り ぬいとり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κέντημα
縫い取る ぬいとる

ρήμα

  1. 01 κεντώ
縫い針 ぬいばり

ουσιαστικό

  1. 01 βελόνα ραψίματος
縫い方 ぬいかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ραψίματος, ράφτης
縫合糸 ほうごうし

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργικό νήμα
縫い糸 ぬいいと

ουσιαστικό

  1. 01 κλωστή ραψίματος, ράμμα
縫い代 ぬいしろ

ουσιαστικό

  1. 01 περιθώριο ραφής
縫箔 ぬいはく

ουσιαστικό

  1. 01 νιουιχάκου, παραδοσιακή ιαπωνική κεντητική με εφαρμογή φύλλων χρυσού ή ασημιού