ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ράβω, συρράπτω
  2. 02 ελίσσομαι (π.χ. μέσα από ένα πλήθος)

Παραδείγματα

  • 子供こどもがボタンをいます

    Ένα παιδί ράβει ένα κουμπί.

  • 彼女かのじょはスカートを自分じぶんいました

    Έραψε μόνη της μια φούστα.

  • 通勤時間つうきんじかん満員電車まんいんでんしゃようにして、えきのホームにたどりいた。

    Κατάφερα να διασχίσω το ασφυκτικά γεμάτο τρένο στην ώρα αιχμής και έφτασα στην αποβάθρα του σταθμού.

Κλίση

Παρόν (απλό)
縫う
Παρόν (ευγενικό)
縫います
Άρνηση (απλή)
縫わない
Άρνηση (ευγενική)
縫いません
Παρελθόν (απλό)
縫った
Παρελθόν (ευγενικό)
縫いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
縫わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
縫いませんでした
Τε-μορφή
縫って
Δυνητική
縫える
Προστακτική
縫え
Βουλητική
縫おう
Υποθετική (ば)
縫えば