5 αποτελέσματα για «繕»
繕う つくろう N1
ρήμα
- 01 επιδιορθώνω, μπαλώνω, επισκευάζω, διορθώνω, ράβω
- 02 τακτοποιώ (μαλλιά, ρούχα, εμφάνιση), προσαρμόζω, συγυρίζω, περιποιούμαι
- 03 διατηρώ τα προσχήματα, συγκαλύπτω (π.χ. ένα λάθος), καλύπτω
- 04 θεραπεύω (ασθένεια, τραυματισμό κ.λπ.)
繕い つくろい
ουσιαστικό
- 01 επιδιόρθωση, επισκευή, μάλωμα, μπάλωμα
繕い立てる つくろいたてる
ρήμα
- 01 προσποιούμαι μια καλή εικόνα, κρατάω τα προσχήματα
繕草 つくろいぐさ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική αψιθιά (αρτεμισία η πρίγκιψ)
繕
- 01 μπαλώνω
- 02 επισκευάζω
- 03 επιδιορθώνω
- 04 κοβαλιώνω
- 05 τακτοποιώ
- 06 προσαρμόζω