5 αποτελέσματα για «罠»

わな

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδα (για ζώα), θηλιά
  2. 02 παγίδα, τέχνασμα, κόλπο
罠にかかる わなにかかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παγιδεύομαι (σε θηλιά κ.λπ.)
  2. 02 πέφτω στην παγίδα (σε κόλπο, ενέδρα κ.λπ.)
罠をかける わなをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 στήνω παγίδα
罠網 わなみ

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδα
  1. 01 παγίδα
  2. 02 παγίδα, θηλιά