35 αποτελέσματα για «羅»

ουσιαστικό

  1. 01 λατινικά (γλώσσα)
羅馬 ローマ

ουσιαστικό

  1. 01 Ρώμη
羅列 られつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαρίθμηση, παράθεση, καταγραφή
羅刹 らせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ράκσασα, ανθρωποφάγος δαίμονας στον ινδουισμό και τον βουδισμό
羅針盤 らしんばん

ουσιαστικό

  1. 01 πυξίδα
羅漢 らかん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχάτ (φωτισμένος βουδιστής)
羅紗 ラシャ

ουσιαστικό

  1. 01 τσόχα, μάλλινο ύφασμα
羅宇 ラオス

ουσιαστικό

  1. 01 Λάος
羅宇 ラウ

ουσιαστικό

  1. 01 καλαμένιος σωλήνας (ιαπωνικής πίπας)
羅針 らしん

ουσιαστικό

  1. 01 βελόνα πυξίδας
羅衣 らい

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτό μεταξωτό ένδυμα
羅国 らこく

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία θυμιάματος που χρησιμοποιείται στο κόντο (προέρχεται από την Ταϊλάνδη)
羅針儀 らしんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πυξίδα
羅盤 らばん

ουσιαστικό

  1. 01 πυξίδα
羅府 らふ

ουσιαστικό

  1. 01 Λος Άντζελες
羅切 らせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αφαίρεση πέους
羅致 らち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση (ταλαντούχων ή αξιόλογων) ανθρώπων
  2. 02 σύλληψη αιχμαλώτου
羅北 らほく

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειος προσανατολισμός
羅馬尼亜 ルーマニア

ουσιαστικό

  1. 01 Ρουμανία
羅和 らわ

ουσιαστικό

  1. 01 λατινική ιαπωνική (για παράδειγμα λεξικό)