90 αποτελέσματα για «羽»

はね N3

ουσιαστικό

  1. 01 πούπουλο, φτερό, χνούδι
  2. 02 φτερό
  3. 03 πτερύγιο (ανεμιστήρα, έλικα κ.λπ.)
  4. 04 μπαλάκι του μπάντμιντον
  5. 05 χανέτσουκι (παραδοσιακό ιαπωνικό παιχνίδι)
  6. 06 φτερά βέλους
羽織る はおる

ρήμα

  1. 01 φορώ (παλτό, ρόμπα, κλπ.)
羽目になる はめになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναγκάζομαι να κάνω κάτι, καταλήγω μπλεγμένος με κάτι δυσάρεστο
羽ばたく はばたく

ρήμα

  1. 01 χτυπώ τα φτερά μου
  2. 02 ανοίγω τα φτερά μου, ανοίγομαι στον κόσμο

άλλο

  1. 01 επιμετρητής για πουλιά ή κουνέλια
羽毛 うもう

ουσιαστικό

  1. 01 πούπουλο, φτερό, πτέρωμα, χνούδι
羽音 はおと

ουσιαστικό

  1. 01 φτερούγισμα (ήχος φτερών), χτύπημα φτερών, βόμβος (εντόμων), ζουζούνισμα (μελισσών κ.λπ.)
  2. 02 σφύριγμα (βέλους εν πτήσει), διαπεραστικός ήχος αέρα
羽織 はおり

ουσιαστικό

  1. 01 χαόρι (παραδοσιακό ιαπωνικό επίσημο πανωφόρι)
羽虫 はむし

ουσιαστικό

  1. 01 μασητικό ψείρι (οποιοδήποτε έντομο της τάξης των Φθειραπτέρων)
  2. 02 μικρό φτερωτό έντομο (κυρίως ιπτάμενο μυρμήγκι ή τερμίτης)
羽目 はめ

ουσιαστικό

  1. 01 πάνελ, ξύλινη επένδυση τοίχου
  2. 02 δεινή θέση, δύσκολη κατάσταση, μπλέξιμο
羽交い締め はがいじめ

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή κεφαλής και βραχιόνων, πλήρης λαβή νέλσον
羽を伸ばす はねをのばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαλαρώνω, ξεδίνω μετά από μια περίοδο εργασίας ή πίεσης
羽衣 はごろも

ουσιαστικό

  1. 01 ουράνιο ένδυμα, ένδυμα από φτερά
  2. 02 φτερά πουλιών ή εντόμων, πτέρωμα πουλιών
  3. 03 τύπος εντόμου
羽目を外す はめをはずす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεφαντώνω, ξεσαλώνω, υπερβάλλω, ενεργώ χωρίς περιορισμούς
羽を広げる はねをひろげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω τα φτερά μου
羽化 うか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδυση (εντόμων), ενηλικίωση (κατά την οποία το έντομο αποκτά φτερά), ανάπτυξη φτερών
羽根ペン はねペン

ουσιαστικό

  1. 01 φτερένιο κοντύλι, πένα από φτερό
羽毛布団 うもうぶとん

ουσιαστικό

  1. 01 πάπλωμα με πούπουλα, πουπουλένιο πάπλωμα
羽振り はぶり

ουσιαστικό

  1. 01 επιρροή, ισχύς
  2. 02 φτερούγισμα, χτύπημα των φτερών
羽目板 はめいた

ουσιαστικό

  1. 01 επένδυση τοίχων, ξύλινη επένδυση