3 αποτελέσματα για «翩»

翩翻 へんぽん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ανεμίζων (για σημαία κ.λπ.), κυματιστός, που ανεμίζει
翩々 へんぺん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ανεμοδαρμένος, που ανεμίζει
  2. 02 ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος, ανήσυχος
  1. 01 κυμάτισμα σημαίας