32 αποτελέσματα για «翼»

つばさ N3

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 φτερό
  2. 02 κινεζικός αστερισμός «Φτερά» (ένας από τους 28 σεληνιακούς σταθμούς)
  3. 03 μετρητική λέξη για πουλιά ή φτερά πουλιών
翼を広げる つばさをひろげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω τα φτερά μου
翼竜 よくりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πτερόσαυρος
翼下 よっか

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω από το πτερύγιο (ειδικότερα αεροσκάφους)
  2. 02 υπό την προστασία κάποιου, υπό τον έλεγχο κάποιου
翼棟 よくとう

ουσιαστικό

  1. 01 πτέρυγα (κτιρίου)
翼長 よくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος πτέρυγας (ειδικότερα πουλιού), άνοιγμα φτερών (ειδικότερα αεροσκάφους)
翼状 よくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πτερυγοειδής, σε σχήμα πτέρυγας
翼賛 よくさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποστήριξη (π.χ. κυβέρνησης), ενίσχυση, βοήθεια, επικύρωση
翼を張る つばさをはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απλώνω τα φτερά μου
翼廊 よくろう

ουσιαστικό

  1. 01 εγκάρσιο κλίτος
翼幅 よくふく

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα φτερών
翼形 よくがた

ουσιαστικό

  1. 01 αεροτομή, προφίλ πτέρυγας, διατομή πτέρυγας
翼開長 よくかいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα φτερών (ενός πτηνού), έκταση πτερύγων
翼々 よくよく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 προσεκτικός, πολύ επιφυλακτικός
翼面積 よくめんせき

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια πτέρυγας
翼鏡 よくきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοπτρο (φωτεινή κηλίδα στα φτερά των παπιών)
翼手目 よくしゅもく

ουσιαστικό

  1. 01 Χειρόπτερα (τάξη των νυχτερίδων)
翼鰓類 よくさいるい

ουσιαστικό

  1. 01 πτεροβράγχια (ημιχορδωτά της ομοταξίας Pterobranchia)
翼果 よっか

ουσιαστικό

  1. 01 σαμάρα (πτερωτό καρπό), καρπός σε σχήμα κλειδιού
翼甲類 よくこうるい

ουσιαστικό

  1. 01 πτεράσπιδες (εξαφανισμένα θωρακισμένα άγναθα ψάρια)