4 αποτελέσματα για «聳»

聳える そびえる N1

ρήμα

  1. 01 υψώνομαι (για κτίριο, βουνό κ.λπ.), ορθώνομαι, δεσπόζω
聳やかす そびやかす

ρήμα

  1. 01 υψώνω (συνήθως τους ώμους, με ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση ή επιδεικτικό)
聳立 しょうりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 που ορθώνεται επιβλητικά
  1. 01 υψώνομαι
  2. 02 υψώνομαι