44 αποτελέσματα για «聴»

聴覚 ちょうかく N1

ουσιαστικό

  1. 01 ακοή, αντιληπτική ικανότητα ήχου
聴衆 ちょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό, ακροατήριο, ακροατές
聴取 ちょうしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακρόαση (δήλωσης, γνώμης, εξήγησης κ.λπ.), ερώτηση, ανάκριση (π.χ. υπόπτου), εξέταση
  2. 02 ακρόαση (π.χ. ραδιοφώνου)
聴力 ちょうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ακοή
聴診器 ちょうしんき N1

ουσιαστικό

  1. 01 στηθοσκόπιο
聴講 ちょうこう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολούθηση διάλεξης, ακρόαση μαθήματος
聴聞 ちょうもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακρόαση, αφουγκρασμός
聴診 ちょうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακρόαση, η διαδικασία κατά την οποία ακούγεται το στήθος ενός ατόμου με στηθοσκόπιο
聴音 ちょうおん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακοή
聴講生 ちょうこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ακροατής, φοιτητής που παρακολουθεί μαθήματα χωρίς δικαίωμα εξέτασης
聴き込む ききこむ

ρήμα

  1. 01 ακούω με προσοχή, εστιάζω σε κάτι (μουσική, ομιλία κ.λπ.)
聴覚障害 ちょうかくしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια ακοής, βαρηκοΐα, παρακουσία
聴取者 ちょうしゅしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ακροατής (ραδιοφώνου, περιεχομένου ήχου σε ροή, κ.λπ.), κοινό
聴許 ちょうきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άδεια, έγκριση
聴取率 ちょうしゅりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό ακροαματικότητας (ραδιοφώνου κ.λπ.), ακροαματικότητα
聴聞会 ちょうもんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ακρόαση (από κυβερνητική υπηρεσία)
聴者 ちょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ακροατής
  2. 02 ακοή έχων (δηλαδή όχι κωφός), ακούων
聴覚神経 ちょうかくしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ακουστικό νεύρο, ακουστικά νεύρα
聴音器 ちょうおんき

ουσιαστικό

  1. 01 ακουστικό όργανο, ανιχνευτής ήχου, εντοπιστής ήχου, ακουστικός εντοπιστής, υδρόφωνο
聴従 ちょうじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ μια συμβουλή