54 αποτελέσματα για «肝»
肝心 かんじん N1
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ουσιώδης, σημαντικός, κρίσιμος, ζωτικός, κύριος
肝 きも
ουσιαστικό
- 01 συκώτι, εντόσθια
- 02 θάρρος, πνεύμα, κουράγιο, ψυχικό σθένος
- 03 πυρήνας, ουσιαστικό σημείο, κλειδί
肝に銘じる きもにめいじる
άλλο, ρήμα
- 01 βαθιά εντυπωσιάζομαι, παίρνω κατάκαρδα, χαράζω στην καρδιά μου, έχω κατά νου, χαράζω στο συκώτι μου
肝臓 かんぞう
ουσιαστικό
- 01 συκώτι
肝試し きもだめし
ουσιαστικό
- 01 δοκιμασία θάρρους (πηγαίνοντας σε ένα τρομακτικό μέρος, π.χ. σε ένα νεκροταφείο)
肝要 かんよう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικά σημαντικός, ουσιώδης, ζωτικός, κρίσιμος
肝を冷やす きもをひやす
άλλο, ρήμα
- 01 παγώνω από τον τρόμο, τρομοκρατούμαι, πεθαίνω από τον φόβο μου
肝が据わる きもがすわる
άλλο, ρήμα
- 01 έχω γερό στομάχι, έχω θάρρος, έχω ατσάλινα νεύρα
肝っ玉 きもったま
ουσιαστικό
- 01 θάρρος, ψυχικό σθένος, τόλμη, κουράγιο
肝心要 かんじんかなめ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 κρίσιμος, ουσιώδης, ο σημαντικότερος, το κύριο σημείο
肝いり きもいり
ουσιαστικό
- 01 διαμεσολάβηση, υποστήριξη, χορηγία, βοήθεια
- 02 κοινοτικός αξιωματούχος (κατά την περίοδο Έντο)
肝硬変 かんこうへん
ουσιαστικό
- 01 κίρρωση (του ήπατος)
肝炎 かんえん
ουσιαστικό
- 01 ηπατίτιδα
肝移植 かんいしょく
ουσιαστικό
- 01 μεταμόσχευση ήπατος
肝が太い きもがふとい
άλλο, επίθετο
- 01 θαραλέος, τολμηρός, ψύχραιμος
肝胆 かんたん
ουσιαστικό
- 01 ήπαρ και χοληδόχος κύστη, τα εσώψυχα του ανθρώπου
肝機能 かんきのう
ουσιαστικό
- 01 ηπατική λειτουργία
肝をつぶす きもをつぶす
άλλο, ρήμα
- 01 παθαίνω σοκ, μένω άφωνος, κεραυνοβολούμαι, μένω κατάπληκτος
肝臓移植 かんぞういしょく
ουσιαστικό
- 01 μεταμόσχευση ήπατος
肝臓がん かんぞうがん
ουσιαστικό
- 01 καρκίνος του ήπατος