39 αποτελέσματα για «胎»

胎内 たいない

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομήτριο, εσωτερικό της μήτρας (μιας εγκύου)
  2. 02 εσωτερικό βουδιστικού αγάλματος
胎児 たいじ

ουσιαστικό

  1. 01 έμβρυο, αγέννητο παιδί στη μήτρα
たい

ουσιαστικό

  1. 01 μήτρα
胎動 たいどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμβρυϊκή κίνηση, κινήσεις του εμβρύου
  2. 02 σημάδια, ενδείξεις, απαρχές, ανάδυση, πρωταρχική εμφάνιση (π.χ. ενός πολιτικού κινήματος)
胎盤 たいばん

ουσιαστικό

  1. 01 πλακούντας
胎教 たいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 προγεννητική επίδραση της μητέρας στο έμβρυο, εκπαίδευση του αγέννητου μωρού (π.χ. μέσω της ακρόασης μουσικής κ.λπ.)
胎生 たいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ζωοτοκία
  2. 02 ζωοτόκος
胎内くぐり たいないくぐり

ουσιαστικό

  1. 01 διέλευση μέσα από σπήλαιο, στεφάνι από γρασίδι ή το εσωτερικό μεγάλου βουδιστικού αγάλματος κ.ά. (που συμβολίζει την αναγέννηση)
  2. 02 στενή σπηλιά (μέσα στην οποία μόλις που χωράει ένας άνθρωπος)
胎蔵 たいぞう

ουσιαστικό

  1. 01 γκαρμπαντάτου (μήτρα του κόσμου), κόσμος της μήτρας, κόσμος της πηγής
胎嚢 たいのう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκός κύησης, σάκος κύησης
胎盤早期剥離 たいばんそうきはくり

ουσιαστικό

  1. 01 αποκόλληση πλακούντα, πρόωρος αποχωρισμός του φυσιολογικά εμφυτευμένου πλακούντα
胎蔵界 たいぞうかい

ουσιαστικό

  1. 01 τάιζο-κάι, μήτρα της ανάπτυξης, μήτρα του σύμπαντος
  2. 02 μάνταλα τάιζο-κάι, μάνταλα της μήτρας της ανάπτυξης, μάνταλα της μήτρας του σύμπαντος
胎蔵界曼荼羅 たいぞうかいまんだら

ουσιαστικό

  1. 01 μάνταλα του μήτρας-κόσμου, μάνταλα του βασιλείου της μήτρας, μάνταλα του κόσμου-μήτρα
胎座 たいざ

ουσιαστικό

  1. 01 πλακούντας
胎毒 たいどく

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενές έκζεμα
胎生学 たいせいがく

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυολογία
胎芽 たいが

ουσιαστικό

  1. 01 έμβρυο
  2. 02 βολβίλιο
胎内仏 たいないぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό βουδιστικό άγαλμα που βρίσκεται στο εσωτερικό ενός άλλου βουδιστικού αγάλματος
胎位 たいい

ουσιαστικό

  1. 01 προβολή (εμβρύου)
胎児死亡 たいじしぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομήτριος θάνατος (εμβρυϊκός), εμβρυϊκός θάνατος