33 αποτελέσματα για «脈»

みゃく N1

ουσιαστικό

  1. 01 σφυγμός
  2. 02 φλέβα
  3. 03 οροσειρά
  4. 04 ελπίδα
  5. 05 ιός λογικού επιχειρήματος
脈打つ みゃくうつ

ρήμα

  1. 01 πάλλω (π.χ. καρδιά), σφύζω (π.χ. φλέβα), παλμώ
脈動 みゃくどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παλμός, παλμική κίνηση
脈絡 みゃくらく

ουσιαστικό

  1. 01 λογική σύνδεση, αλληλουχία σκέψης, συνοχή, συμφραζόμενα
  2. 02 αιμοφόρο αγγείο
脈拍 みゃくはく

ουσιαστικό

  1. 01 σφυγμός, ρυθμός σφυγμού, παλμός, παλμός σφυγμού
脈を打つ みゃくをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 παλλόμενος, σφύζων
脈々 みゃくみゃく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 συνεχής, αδιάκοπος, ακατάπαυστος
脈がある みゃくがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω σφυγμό, είμαι ζωντανός
  2. 02 έχω πιθανότητες, δεν είμαι εντελώς απελπιστικός
脈あり みゃくあり

ουσιαστικό

  1. 01 έχω ρομαντικό ενδιαφέρον, έχω πιθανότητες (πρόσληψης κ.λπ.), έχω σφυγμό
脈をとる みゃくをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μετρώ τον σφυγμό κάποιου
脈なし みゃくなし

ουσιαστικό

  1. 01 απλοί φίλοι, καθόλου ερωτικό ενδιαφέρον, έλλειψη σφυγμού
脈管 みゃっかん

ουσιαστικό

  1. 01 αγγείο
脈を診る みゃくをみる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξετάζω τον σφυγμό κάποιου
脈管系 みゃくかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 αγγειακό σύστημα
脈診 みゃくしん

ουσιαστικό

  1. 01 διάγνωση μέσω σφυγμομέτρησης (στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική), ιατρική διάγνωση που πραγματοποιείται ψηλαφώντας τον σφυγμό
脈絡叢 みゃくらくそう

ουσιαστικό

  1. 01 χοριοειδές πλέγμα
脈所 みゃくどころ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο όπου ψηλαφάται ο σφυγμός, ζωτικό σημείο
脈絡膜 みゃくらくまく

ουσιαστικό

  1. 01 χοριοειδής χιτώνας, χοριοειδής
脈搏数 みゃくはくすう

ουσιαστικό

  1. 01 σφυγμός
脈理 みゃくり

ουσιαστικό

  1. 01 χορδή, κορδόνι, ραβδώσεις, γραμμώσεις