89 αποτελέσματα για «腰»
腰 こし N3
ουσιαστικό
- 01 μέση, οσφυϊκή χώρα, γοφοί
- 02 ποιότητα υφής, ελαστικότητα, σφριγηλότητα (π.χ. μαλλιών, ζυμαρικών, χαρτιού)
腰を下ろす こしをおろす
άλλο, ρήμα
- 01 κάθομαι
腰掛ける こしかける N2
ρήμα
- 01 κάθομαι
腰を浮かす こしをうかす
άλλο, ρήμα
- 01 σηκώνομαι ελαφρώς από τη θέση μου
腰を上げる こしをあげる
άλλο, ρήμα
- 01 σηκώνομαι (από καθιστή θέση), ορθώνομαι
- 02 ξεκινώ επιτέλους να κάνω κάτι, παίρνω πρωτοβουλία, κινητοποιούμαι
腰を抜かす こしをぬかす
άλλο, ρήμα
- 01 παθαίνω εξάρθρημα στη μέση μου
- 02 μένω άναυδος από τον φόβο ή την έκπληξη (σε σημείο που δεν μπορώ να σταθώ όρθιος)
腰が抜ける こしがぬける
άλλο, ρήμα
- 01 παραλύουν τα πόδια μου από τον φόβο, λυγίζουν τα γόνατά μου, μένω εμβρόντητος
腰抜け こしぬけ
ουσιαστικό
- 01 δειλός
腰が引ける こしがひける
άλλο, ρήμα
- 01 δειλιάζω, κάνω πίσω, υποχωρώ
腰を折る こしをおる
άλλο, ρήμα
- 01 διακόπτω μια συζήτηση ή ιστορία
- 02 λυγίζω τη μέση
腰を落ち着ける こしをおちつける
άλλο, ρήμα
- 01 εγκαθίσταμαι, τακτοποιούμαι
腰を据える こしをすえる
άλλο, ρήμα
- 01 αφοσιώνομαι (σε κάτι), συγκεντρώνω όλη μου την ενέργεια σε κάτι
- 02 εγκαθίσταμαι (σε ένα μέρος), τακτοποιούμαι, ριζώνω κάπου
- 03 παίρνω σταθερή στάση, χαμηλώνω το κέντρο βάρους μου
腰をかがめる こしをかがめる
άλλο, ρήμα
- 01 σκύβω μπροστά, καμπουριάζω, υποκλίνομαι
腰掛け こしかけ N2
ουσιαστικό
- 01 κάθισμα, παγκάκι
- 02 προσωρινή εργασία μέχρι την εύρεση καλύτερης ή μέχρι τον γάμο
腰を掛ける こしをかける
άλλο, ρήμα
- 01 κάθομαι, παίρνω θέση
腰元 こしもと
ουσιαστικό
- 01 υπηρέτρια, καμαριέρα
- 02 περιοχή γύρω από τους γοφούς, περιοχή της μέσης
腰痛 ようつう
ουσιαστικό
- 01 οσφυαλγία, πόνος στη μέση
腰回り こしまわり
ουσιαστικό
- 01 περίμετρος γοφών
腰巾着 こしぎんちゃく
ουσιαστικό
- 01 κόλακας, αυλοκόλακας, ακόλουθος
- 02 πουγκί που δένεται στη μέση
腰骨 こしぼね
ουσιαστικό
- 01 λαγόνιο οστό, ανώνυμο οστό
- 02 ψυχικό σθένος, επιμονή, αντοχή, προσήλωση