46 αποτελέσματα για «膝»

ひざ N3

ουσιαστικό

  1. 01 γόνατο
  2. 02 αγκαλιά, γόνατα και μηροί (όταν κάθεται)
膝をつく ひざをつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 πέφτω στα γόνατα, γονατίζω (π.χ. για να δείξω σεβασμό)
膝枕 ひざまくら

ουσιαστικό

  1. 01 ξάπλωμα του κεφαλιού στα γόνατα κάποιου, χρήση των γονάτων κάποιου ως μαξιλάρι
膝立ち ひざだち

ουσιαστικό

  1. 01 γονυπετής
膝上 ひざうえ

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω από το γόνατο
  2. 02 στα γόνατα κάποιου
膝蹴り ひざげり

ουσιαστικό

  1. 01 χτύπημα με το γόνατο, γονατιά
膝頭 ひざがしら

ουσιαστικό

  1. 01 επιγονατίδα
膝を打つ ひざをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκφράζω ξαφνική αναγνώριση και εντυπωσιασμό, χτυπάω το γόνατό μου
膝丈 ひざたけ

ουσιαστικό

  1. 01 ως το γόνατο (για ρούχα)
膝元 ひざもと

ουσιαστικό

  1. 01 κοντά στα γόνατα κάποιου
  2. 02 στο πλευρό κάποιου, δίπλα σε κάποιον
  3. 03 υπό την προστασία κάποιου (γονέων κ.λπ.), υπό τη φροντίδα κάποιου
  4. 04 επικράτεια ή περιοχή υπό τον έλεγχο ισχυρού προσώπου
  5. 05 προσφώνηση που χρησιμοποιείται μετά το όνομα γονέων, παππούδων κ.λπ. σε επιστολή
膝小僧 ひざこぞう

ουσιαστικό

  1. 01 επιγονατίδα
膝を落とす ひざをおとす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πέφτω στα γόνατα
膝が笑う ひざがわらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 νιώθω τα γόνατά μου να λυγίζουν από την κόπωση
膝を崩す ひざをくずす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάθομαι αναπαυτικά
膝下 ひざした

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω από το γόνατο
膝関節 ひざかんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 άρθρωση του γόνατος
膝を突き合わせる ひざをつきあわせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάθομαι γόνατο με γόνατο, κάθομαι ο ένας απέναντι στον άλλον, κάνω μια φιλική συζήτηση, κάνω μια ειλικρινή συζήτηση
膝行 しっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετακίνηση προς τα εμπρός σύροντας τα γόνατα (παρουσία ατόμων υψηλού αξιώματος)
膝の皿 ひざのさら

ουσιαστικό

  1. 01 επιγονατίδα
膝栗毛 ひざくりげ

ουσιαστικό

  1. 01 πεζοπορία, ταξίδι με τα πόδια