13 αποτελέσματα για «臆»

臆病 おくびょう N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 δειλός, άτολμος, φοβητσιάρης
臆する おくする

ρήμα

  1. 01 διστάζω, νιώθω δειλός
臆病者 おくびょうもの

ουσιαστικό

  1. 01 δειλός, δειλός άνθρωπος
臆面もない おくめんもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 θρασύς, ξεδιάντροπος, αναίσχυντος, αδιάντροπος
臆す おくす

ρήμα

  1. 01 διστάζω, νιώθω δειλία
臆病風に吹かれる おくびょうかぜにふかれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δειλιάζω, πιάνω τον φόβο μου, χάνω το θάρρος μου, υποχωρώ από δειλία
臆面 おくめん

ουσιαστικό

  1. 01 ντροπαλό πρόσωπο
臆病風 おくびょうかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 χάσιμο του θάρρους, κρίση πανικού, πανικός
臆病神 おくびょうがみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεός της δειλίας, θεός του πανικού
臆見 おっけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπόθεση, εικασία
臆度 おくたく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εικασία, υπόθεση, αυθαίρετο συμπέρασμα
臆面もなく おくめんもなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αναίσχυντα, ξεδιάντροπα, αδιάντροπα, χωρίς ίχνος ντροπής, με θράσος, προκλητικά
  1. 01 δειλία
  2. 02 καρδιά
  3. 03 μυαλό
  4. 04 φόβος
  5. 05 δειλός