68 αποτελέσματα για «至»
至る いたる N3
ρήμα
- 01 φτάνω σε (π.χ. μια απόφαση, ένα στάδιο), καταλήγω σε, επιτυγχάνω
- 02 οδηγώ σε (ένα μέρος), φτάνω σε, καταλήγω
- 03 στην ακραία περίπτωση
- 04 έρχομαι, φτάνω, καταλήγω σε, έχω ως αποτέλεσμα
至るまで いたるまで
άλλο
- 01 μέχρι, ως και, έως
- 02 από... μέχρι... (π.χ. από το κεφάλι ως τα νύχια), τα πάντα από... μέχρι...
至極 しごく
επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πολύ, εξαιρετικά, υπερβολικά, αρκετά, τα μέγιστα
- 02 κορυφαίος, ανώτατος, καλύτερος
至近距離 しきんきょり
ουσιαστικό
- 01 απόσταση αναπνοής, απόσταση βολής
至急 しきゅう N3
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 επείγων, άμεσος, πιεστικός, ταχύς
- 02 επειγόντως, άμεσα, αμέσως, γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση, το συντομότερο δυνατόν
至高 しこう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ύψιστος, επιβλητικός, ανώτατος
至福 しふく
ουσιαστικό
- 01 μακαριότητα, υπέρτατη ευδαιμονία
至る所 いたるところ
άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 παντού, ολόγυρα, σε όλο το μήκος και πλάτος
至上 しじょう
ουσιαστικό
- 01 υπεροχή
至難の業 しなんのわざ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 άθλος, εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα
至宝 しほう
ουσιαστικό
- 01 μέγιστος θησαυρός, πολυτιμότερο απόκτημα, καμάρι
至上主義 しじょうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 υπεροχισμός
至 し
πρόθημα
- 01 ως προς (ένας τόπος), μέχρι (ένας χρόνος)
至れり尽くせり いたれりつくせり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τέλειος, ολοκληρωμένος, διεξοδικός, που δεν αφήνει τίποτα να επιθυμήσει κανείς, κάτι παραπάνω από ικανοποιητικός
至難 しなん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικά δύσκολος, σχεδόν ακατόρθωτος
至り いたり
ουσιαστικό
- 01 απόλυτο όριο, ακρότητα, αποτέλεσμα
至って いたって
επίρρημα
- 01 πάρα πολύ, υπερβολικά, ακραία
至近 しきん
ουσιαστικό
- 01 πολύ κοντινός, σε πολύ μικρή απόσταση
至当 しとう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 δίκαιος, σωστός, πρέπων, λογικός
至言 しげん
ουσιαστικό
- 01 εύστοχη παρατήρηση
- 02 σοφό γνωμικό