85 αποτελέσματα για «舞»
舞台 ぶたい N3
ουσιαστικό
- 01 σκηνή (θεάτρου, συναυλιακού χώρου κ.λπ.)
- 02 παράσταση, θεατρική παράσταση, θεατρικό έργο, σόου
- 03 σκηνικό, σκηνή
- 04 πεδίο (δραστηριότητας), σκηνή (π.χ. πολιτική σκηνή), αρένα, κόσμος
舞う まう N1
ρήμα
- 01 χορεύω (αρχικά, κυκλικός χορός)
- 02 στροβιλίζομαι (στον αέρα), φτερουγίζω, δινίζω, πετάω, κάνω κύκλους, περιστρέφομαι
舞い上がる まいあがる
ρήμα
- 01 υψώνομαι, πετάω ψηλά, παρασύρομαι στον αέρα
- 02 χαίρομαι, εκστασιάζομαι, έχω ανεβασμένη διάθεση
舞 まい
ουσιαστικό
- 01 χορός
舞踏会 ぶとうかい
ουσιαστικό
- 01 χορός, χοροεσπερίδα
舞い降りる まいおりる
ρήμα
- 01 κατεβαίνω με ορμή, γλιστρώ προς τα κάτω, πετώ προς τα κάτω, προσγειώνομαι απαλά σε, κάθομαι σε
舞い戻る まいもどる
ρήμα
- 01 επιστρέφω, γυρίζω
舞い散る まいちる
ρήμα
- 01 πέφτω σκορπίζοντας χορευτικά (για φύλλα, πέταλα κ.λπ.)· πέφτω σαν να χορεύω
舞い込む まいこむ
ρήμα
- 01 εισέρχομαι χορευτικά ή αιωρούμενα (π.χ. φύλλα, χιόνι, λουλούδια)
- 02 καταφθάνω απροσδόκητα, συμβαίνω απρόσμενα
舞台に立つ ぶたいにたつ
άλλο, ρήμα
- 01 εμφανίζομαι στη σκηνή
舞い落ちる まいおちる
ρήμα
- 01 πετώ αργά προς τα κάτω, πέφτω κάνοντας ελιγμούς στον αέρα
舞踏 ぶとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χορός (ειδικά δυτικού τύπου), χορεύω
舞台袖 ぶたいそで
ουσιαστικό
- 01 παρασκήνια, πλάγια σκηνή, παρασκήνιο (κουλισά)
舞踊 ぶよう
ουσιαστικό
- 01 χορός
舞台裏 ぶたいうら
ουσιαστικό
- 01 παρασκήνια, παρασκηνιακά
舞台装置 ぶたいそうち
ουσιαστικό
- 01 σκηνικά
舞姫 まいひめ
ουσιαστικό
- 01 χορεύτρια
舞妓 まいこ
ουσιαστικό
- 01 μαϊκό, μαθητευόμενη γκέισα (στο Κιότο)
舞を舞う まいをまう
άλλο, ρήμα
- 01 χορεύω, εκτελώ έναν χορό
舞台衣装 ぶたいいしょう
ουσιαστικό
- 01 θεατρικά κοστούμια