99 αποτελέσματα για «航»
航海 こうかい N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θαλάσσιο ταξίδι, πλους, ναυσιπλοΐα, πλεύση, διάπλους, κρουαζιέρα
航行 こうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρουαζιέρα, ναυσιπλοΐα, πλεύση
航空 こうくう N3
ουσιαστικό
- 01 αεροπορία, πτήση
航路 こうろ
ουσιαστικό
- 01 αεροπορική ή θαλάσσια διαδρομή, πορεία, γραμμή, δρομολόγιο
航空機 こうくうき
ουσιαστικό
- 01 αεροσκάφος
航法 こうほう
ουσιαστικό
- 01 ιστιοπλοΐα, ναυτιλία
航空会社 こうくうがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 αεροπορική εταιρεία
航海士 こうかいし
ουσιαστικό
- 01 αξιωματικός ναυτιλίας, ανθυποπλοίαρχος
航跡 こうせき
ουσιαστικό
- 01 απόνερα (πλοίου ή αεροσκάφους)
- 02 τροχιά πτήσης
航空隊 こうくうたい
ουσιαστικό
- 01 αεροπορικό σώμα
航空券 こうくうけん
ουσιαστικό
- 01 αεροπορικό εισιτήριο
航空自衛隊 こうくうじえいたい
ουσιαστικό
- 01 Αεροπορική Δύναμη Αυτοάμυνας Ιαπωνίας, JASDF
航続距離 こうぞくきょり
ουσιαστικό
- 01 εμβέλεια πτήσης, ακτίνα δράσης
航宙 こうちゅう
ουσιαστικό
- 01 διαστημική πτήση
航空母艦 こうくうぼかん
ουσιαστικό
- 01 αεροπλανοφόρο
航空写真 こうくうしゃしん
ουσιαστικό
- 01 αεροφωτογραφία
航海者 こうかいしゃ
ουσιαστικό
- 01 θαλασσοπόρος, ναυτιλλόμενος
航海日誌 こうかいにっし
ουσιαστικό
- 01 ημερολόγιο πλοίου, ημερολόγιο καταστρώματος
航空便 こうくうびん
ουσιαστικό
- 01 αεροπορικό ταχυδρομείο
- 02 αεροπορική μεταφορά (εμπορευμάτων)
航海長 こうかいちょう
ουσιαστικό
- 01 αρχιπλοηγός, αξιωματικός ναυτιλίας, πλοηγός, ναυτίλος