2 αποτελέσματα για «芟»

芟除 さんじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκοπή, εκρίζωση
  1. 01 κόβω
  2. 02 κουρεύω, ψαλιδίζω
  3. 03 κλαδεύω, περιποιούμαι
  4. 04 θερίζω, συγκομίζω
  5. 05 κουρεύω, θερίζω