36 αποτελέσματα για «芳»

芳しい かんばしい

επίθετο

  1. 01 ευωδιαστός, αρωματικός
  2. 02 καλός, ευνοϊκός (αναφορικά με φήμη, κατάσταση, αποτελέσματα κ.λπ.)
芳香 ほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 άρωμα, ευωδιά, ευωδιαστή μυρωδιά, βάλσαμο, γλυκιά οσμή
芳醇 ほうじゅん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μεστός, εύχυμος (για γεύση ή άρωμα, κυρίως οινοπνευματωδών), πλούσιος, γεμάτος, ανώτερος
芳香剤 ほうこうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματικό χώρου, άρωμα, αρωματικό
芳香を放つ ほうこうをはなつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποπνέω άρωμα, αναδίδω ευωδιά
芳樹 ほうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφο δέντρο, δέντρο που παράγει όμορφα άνθη
芳志 ほうし

ουσιαστικό

  1. 01 καλοσύνη, ευγένεια
芳名 ほうめい

ουσιαστικό

  1. 01 το όνομά σας (τιμητική έκφραση)
  2. 02 το καλό όνομα κάποιου, η καλή φήμη κάποιου
芳紀 ほうき

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία μιας νεαρής κοπέλας που βρίσκεται στο απόγειο της γοητείας της, ηλικία γάμου (για μια νεαρή κοπέλα), η τρυφερή ηλικία των δεκαέξι
芳烈 ほうれつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αρωματικός, ηρωική πράξη, εξαιρετικό επίτευγμα
芳信 ほうしん

ουσιαστικό

  1. 01 γράμμα, επιστολή
  2. 02 είδηση ότι άνθισαν τα λουλούδια
芳名帳 ほうめいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο επισκεπτών
芳情 ほうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 οι καλές σου ευχές, οι ευγενικές σου προθέσεις
芳名録 ほうめいろく

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο επισκεπτών
芳春 ほうしゅん

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιξη, ανοιξιάτικη εποχή
芳草 ほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 ευώδες βότανο
芳枝 ほうし

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματικό κλαδί λουλουδιών
芳恩 ほうおん

ουσιαστικό

  1. 01 χάρη, εύνοια, καλοσύνη, υποχρέωση, χρέος ευγνωμοσύνης
芳気 ほうき

ουσιαστικό

  1. 01 ευωδιαστό άρωμα
芳香族炭化水素 ほうこうぞくたんかすいそ

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματικός υδρογονάνθρακας