23 αποτελέσματα για «芽»

芽生える めばえる

ρήμα

  1. 01 βλαστάνω, φυτρώνω
  2. 02 γεννιέμαι, αρχίζω να αναπτύσσομαι
N3

ουσιαστικό

  1. 01 βλαστός, νεαρό φύτρο, μπουμπούκι
  2. 02 βλαστικός δίσκος (σε αβγό)
芽吹く めぶく

ρήμα

  1. 01 βγάζω μπουμπούκια, φυτρώνω
芽が出る めがでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βλαστάνω, φυτρώνω, εκφύομαι
  2. 02 ευνοεί η τύχη, είμαι τυχερός
芽を出す めをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω βλαστούς, φυτρώνω
芽を摘む めをつむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 προλαμβάνω μια κατάσταση εν τη γενέσει της
芽生え めばえ

ουσιαστικό

  1. 01 μπουμπούκι, βλαστάρι
芽吹き めぶき

ουσιαστικό

  1. 01 μπουμπούκι, βλαστός, φύτρο
  2. 02 έκπτυξη οφθαλμού
芽生 がせい

ουσιαστικό

  1. 01 εκβλάστηση, γαιμονή
芽ぐむ めぐむ

ρήμα

  1. 01 βγάζω μπουμπούκια, φυτρώνω
芽キャベツ めキャベツ

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανάκι Βρυξελλών (Brassica oleracea var. gemmifera)
芽立ち めだち

ουσιαστικό

  1. 01 μπουμπούκι, βλαστός
芽出し めだし

ουσιαστικό

  1. 01 εκβλάστηση, φύτρωμα
  2. 02 βλαστός, φύτρο
芽殖孤虫 がしょくこちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γκασόκου κοτσού (είδος σκουληκιού)
芽胞 がほう

ουσιαστικό

  1. 01 σπόριο
  2. 02 ενδοσπόριο
芽球 がきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γέμμουλα
  2. 02 βλαστικό κύτταρο
芽鱗 がりん

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύλλιο (λεπιδοειδές φύλλο που προστατεύει τον οφθαλμό)
芽かぶ めかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 παχύρρευστα φύλλα βακάμε που βρίσκονται κοντά στο κοτσάνι
芽条変異 がじょうへんい

ουσιαστικό

  1. 01 μετάλλαξη οφθαλμού, σποραδική μετάλλαξη οφθαλμού
芽接ぎ めつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ενοφθαλμισμός