13 αποτελέσματα για «苔»

こけ

ουσιαστικό

  1. 01 βρύο
  2. 02 χαμηλά φυτά που μοιάζουν με βρύα (συμπεριλαμβανομένων άλλων βρυόφυτων, λειχήνων, πολύ μικρών σπερματόφυτων κ.λπ.)
苔むす こけむす

ρήμα

  1. 01 καλύπτομαι από βρύα, γεμίζω βρύα, σκεπάζομαι με βρύα
  2. 02 παλιώνω, γερνάω
苔桃 こけもも

ουσιαστικό

  1. 01 κοκέμομο (Vaccinium vitis-idaea), κόκκινο μούρο του βουνού
苔類 こけるい

ουσιαστικό

  1. 01 βρυόφυτο (οποιαδήποτε από τις τρεις ομάδες μη αγγειωδών φυτών της ξηράς, συμπεριλαμβανομένων των βρύων, των ανθόκερων και των ηπατικών)
苔類 たいるい

ουσιαστικό

  1. 01 ηπατικά βρύα (μη αγγειώδη φυτά της τάξης των Μαρκαντιοφυτών)
苔玉 こけだま

ουσιαστικό

  1. 01 κοκεντάμα, σφαίρα βρύων, φυτό που καλλιεργείται σε σφαίρα χώματος καλυμμένη με βρύα, η οποία συγκρατείται με σπάγκο
苔虫 こけむし

ουσιαστικό

  1. 01 κοκεμούσι, βρυόζωο (οποιοδήποτε ζώο του συνομοταξίας Bryozoa)
苔庭 こけにわ

ουσιαστικό

  1. 01 κηπος με βρυα
苔癬 たいせん

ουσιαστικό

  1. 01 λειχήνας
苔状 たいじょう

επίθετο

  1. 01 βρυώδης
苔虫類 こけむしるい

ουσιαστικό

  1. 01 βρυόζωα (ζώα του φύλου των Βρυοζώων)
苔瑪瑙 こけめのう

ουσιαστικό

  1. 01 κοκεμενό (βρύο αχάτης)
  1. 01 βρύο
  2. 02 λειχήνα