8 αποτελέσματα για «茫»

茫然 ぼうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ασαφής, αόριστος
茫然自失 ぼうぜんじしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πνευματική κατάσταση αποχαύνωσης, έκπληξη, έκσταση, (το να είναι κάποιος) άναυδος
茫洋 ぼうよう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αχανής, απέραντος, ατέρμονος
茫漠 ぼうばく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 τεράστιος, απέραντος
  2. 02 αόριστος, ασαφής
ぼう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 εκτεταμένος, ανοιχτός, απέραντος
  2. 02 ασαφής, θολός, ακαθόριστος
茫々 ぼうぼう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αχανής (ωκεανός, έρημος, κ.λπ.), απέραντος, εκτεταμένος
  2. 02 αόριστος (π.χ. αναμνήσεις), ασαφής, θολός, συγκεχυμένος
  3. 03 ανεξέλεγκτος (ζιζάνια, κ.λπ.), που εξαπλώνεται παντού, κατάφυτος
  4. 04 ατημέλητος (μαλλιά, γένια, κ.λπ.), αχτένιστος, ανακατωμένος
茫と ぼうと

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 αφηρημένα, αφηρημένα, χαμένα, χωρίς σκέψη, ανενεργά
  2. 02 αμυδρά, θαμπά, αόριστα, ασαφώς
  1. 01 ευρύς
  2. 02 εκτενής