7 αποτελέσματα για «蒔»

蒔く まく N3

ρήμα

  1. 01 σπέρνω, φυτεύω
  2. 02 σπέρνω (π.χ. τη διχόνοια)
  3. 03 πασπαλίζω (σκόνη χρυσού ή ασημιού σε αντικείμενα λάκας)
蒔絵 まきえ

ουσιαστικό

  1. 01 λάκα με χρυσό ή ασήμι, διακόσμηση λάκας με πασπαλισμένη μεταλλική σκόνη (μακιέ)
蒔かぬ種は生えぬ まかぬたねははえぬ

άλλο

  1. 01 αν δεν καταβάλεις προσπάθεια, μην περιμένεις αποτελέσματα, ό,τι δεν σπέρνεις δεν θερίζεις
蒔き付ける まきつける

ρήμα

  1. 01 σπέρνω (σπόρους)
蒔き付け まきつけ

ουσιαστικό

  1. 01 σπορά (σπόρων)
蒔き灰 まきばい

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη για πασπάλισμα (στην τελετή του τσαγιού)
  1. 01 σπέρνω (σπόρους)