17 αποτελέσματα για «蒙»
蒙 もう
ουσιαστικό
- 01 αμάθεια, άγνοια
- 02 κάλυψη, απόκρυψη
- 03 Μογγολία
蒙昧 もうまい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 αμαθής, αδαής, απολίτιστος
蒙古 もうこ
ουσιαστικό
- 01 Μογγολία (περιοχή), ευρύτερη Μογγολία, Μογγολικό υψίπεδο
- 02 Μογγόλοι (νομαδική φυλή)
蒙を啓く もうをひらく
άλλο, ρήμα
- 01 διαφωτίζω
蒙古人 もうこじん
ουσιαστικό
- 01 Μογγόλος, μογγολικός
蒙古斑 もうこはん
ουσιαστικό
- 01 μογγολικό σημάδι, μογγολική κηλίδα, συγγενής δερματική μελανωμάτωση
蒙古族 もうこぞく
ουσιαστικό
- 01 Μογγόλοι
蒙古語 もうこご
ουσιαστικό
- 01 μογγολικά (γλώσσα)
蒙古人種 もうこじんしゅ
ουσιαστικό
- 01 μογγολοειδής φυλή
蒙昧主義 もうまいしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 σκοταδισμός
蒙古症 もうこしょう
ουσιαστικό
- 01 μογγολισμός, σύνδρομο Ντάουν
蒙古ひだ もうこひだ
ουσιαστικό
- 01 επίκανθος, επικανθική πτυχή
蒙塵 もうじん
ουσιαστικό
- 01 η φυγή ηγεμόνα από το παλάτι ή την πρωτεύουσα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης (μουζίν)
蒙古野馬 もうこのうま
ουσιαστικό
- 01 άλογο του Πρζεβάλσκι (Equus ferus przewalskii), άλογο της Τζουνγκαρίας
蒙古ガゼル もうこガゼル
ουσιαστικό
- 01 μογγολική γαζέλα (Procapra gutturosa), ζέρεν
蒙古帝国 もうこていこく
ουσιαστικό
- 01 Μογγολική Αυτοκρατορία
蒙
- 01 άγνοια
- 02 σκοτάδι
- 03 παίρνω, αποκτώ
- 04 λαμβάνω, δέχομαι
- 05 υπόκειμαι σε, υφίσταμαι
- 06 υφίσταμαι, διατηρώ, αντέχω
- 07 Μογγολία