24 αποτελέσματα για «蓮»

はす

ουσιαστικό

  1. 01 ιερός λωτός (Nelumbo nucifera), ινδικός λωτός, λωτός
  2. 02 ιβίσκος ο συριακός (Hibiscus syriacus)
蓮華 れんげ

ουσιαστικό

  1. 01 άνθος λωτού
  2. 02 αστράγαλος ο σινικός
  3. 03 κινέζικο κουτάλι σούπας
  4. 04 βάθρο σε σχήμα λωτού για επιτύμβια στήλη
蓮根 れんこん

ουσιαστικό

  1. 01 ρίζα λωτού
蓮っ葉 はすっぱ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χυδαίος, ακόλαστος
蓮池 はすいけ

ουσιαστικό

  1. 01 λίμνη με λωτούς
蓮台 れんだい

ουσιαστικό

  1. 01 βάθρο σε σχήμα λωτού για αγάλματα του Βούδα
  2. 02 φορητό κάθισμα μεταφοράς πάνω από ποτάμι, φορείο ποταμού
蓮葉 はすは

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 φύλλο λωτού
  2. 02 χυδαίος, ασύδοτος
蓮華草 れんげそう

ουσιαστικό

  1. 01 αστράγαλος ο σινικός (φυτό της οικογένειας των ψυχανθών)
蓮葉氷 はすはごおり

ουσιαστικό

  1. 01 παγοθραύσματα σε σχήμα κηλίδων (pancake ice)
蓮華躑躅 れんげつつじ

ουσιαστικό

  1. 01 ρενγκέ τσουτσούτζι (είδος αζαλέας, Ροδόδεντρο το ιαπωνικό), αζαλέα ρενγκέ
蓮座 れんざ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση λωτού (κάτω από βουδιστικά αγάλματα), έδρανο λωτού
蓮月尼 れんげつに

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα διάσημης βουδίστριας μοναχής
蓮華台 れんげだい

ουσιαστικό

  1. 01 βάση λωτού (κάτω από βουδιστικά αγάλματα), έδρα λωτού
蓮華坐 れんげざ

ουσιαστικό

  1. 01 στάση λωτού (στάση διαλογισμού και γιόγκα), παδμάσανα, καθιστή θέση με σταυροπόδι και τα πόδια τοποθετημένα στους αντίθετους μηρούς
  2. 02 κάθισμα λωτού (κάτω από βουδιστικό άγαλμα), βάση λωτού, βάθρο λωτού
蓮霧 れんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μηλοειδές φρούτο (Syzygium samarangense), ιάβα μήλο
蓮芋 はすいも

ουσιαστικό

  1. 01 γίγας αυτί ελέφαντα (είδος κολοκάσι, Colocasia gigantea)
蓮華升麻 れんげしょうま

ουσιαστικό

  1. 01 ρενγκεσόμα (Anemonopsis macrophylla)
蓮見白 はすみじろ

ουσιαστικό

  1. 01 χασουμιτζίρο, ποικιλία καμέλιας (Camellia japonica var.)
蓮根掘る はすねほる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεθάβω ρίζες λωτού
蓮の蔤 はちすのはい

ουσιαστικό

  1. 01 ρίζα λωτού