8 αποτελέσματα για «蔑»

蔑む さげすむ

ρήμα

  1. 01 περιφρονώ, καταφρονώ, υποτιμώ, σνομπάρω
蔑ろにする ないがしろにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποτιμώ, αγνοώ, παραμελώ
蔑み さげすみ

ουσιαστικό

  1. 01 περιφρόνηση, απαξίωση, καταφρόνια
蔑視 べっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιφρόνηση, ειρωνεία, υποτίμηση, καταφρόνια
蔑称 べっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποτιμητικός όρος, υβριστική έκφραση, απαξιωτικό όνομα
蔑ろ ないがしろ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 περιφρόνηση, ασέβεια, υποτίμηση, παραμέληση
蔑する なみする

ρήμα

  1. 01 παραμερίζω, αγνοώ, περιφρονώ
  1. 01 αγνοώ
  2. 02 περιφρονώ, καταφρονώ
  3. 03 παραμελώ, αμελώ
  4. 04 χλευάζω, κοροϊδεύω