6 αποτελέσματα για «薨»

薨去 こうきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος (ευγενούς, μέλους αυτοκρατορικής οικογένειας κ.λπ.), αποδημία
こう

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος (ευγενούς κ.λπ.)
薨ずる こうずる

ρήμα

  1. 01 αποδημώ εις Κύριον, πεθαίνω (για ευγενή κ.λπ.)
薨御 こうぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος προσώπου υψηλού αξιώματος (για παράδειγμα πρίγκιπα, πριγκίπισσας, υπουργού)
薨逝 こうせい

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος (ευγενούς ή μέλους της αυτοκρατορικής οικογένειας)
  1. 01 πεθαίνω