14 αποτελέσματα για «薫»

くん

ουσιαστικό

  1. 01 ευχάριστη μυρωδιά, άρωμα, ευωδιά
  2. 02 ευωδιαστά φυτά
薫陶 くんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκπαίδευση, κατάρτιση, διαπαιδαγώγηση
薫風 くんぷう

ουσιαστικό

  1. 01 απαλό καλοκαιρινό αεράκι, δροσερή αύρα του καλοκαιριού
薫香 くんこう

ουσιαστικό

  1. 01 θυμίαμα, ευωδία
薫く たく

ρήμα

  1. 01 καίω (συνήθως θυμίαμα)
薫育 くんいく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ηθική επιρροή, ηθική αγωγή
薫染 くんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλή επιρροή
薫煙 くんえん

ουσιαστικό

  1. 01 ευώδης καπνός, αρωματικός καπνός
薫じる くんじる

ρήμα

  1. 01 ευωδιάζω, μοσχοβολώ
薫化 くんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επηρεάζω τους ανθρώπους με την αρετή μου
薫物 たきもの

ουσιαστικό

  1. 01 θυμίαμα
  2. 02 μείγμα αρωματικών ξύλων κ.ά. που χρησιμοποιείται για την παρασκευή θυμιάματος
薫ずる くんずる

ρήμα

  1. 01 μοσχοβολώ
薫蒸消毒 くんじょうしょうどく

ουσιαστικό

  1. 01 υποκαπνισμός (απολύμανση με αέρια)
  1. 01 ευωδιάζω
  2. 02 ευωδιαστός
  3. 03 αρωματίζομαι
  4. 04 καπνίζω (καπνό)