69 αποτελέσματα για «虫»

むし N4

ουσιαστικό

  1. 01 έντομο, κοριός, γρύλος, σκώρος
  2. 02 σκουλήκι, ασκαρίδα
  3. 03 κάτι μέσα στο σώμα που πιστεύεται ότι επηρεάζει τις σκέψεις και τα συναισθήματα κάποιου, το ασυνείδητο (κάποιου)
  4. 04 νευρικότητα, ανησυχία
  5. 05 άτομο αφοσιωμένο σε ένα πράγμα, μονομανής άνθρωπος
  6. 06 πυρήνας βαλβίδας
  7. 07 Μούσι (είδος παιχνιδιού που παίζεται με τράπουλα χωρίς συγκεκριμένα φύλλα)
虫けら むしけら

ουσιαστικό

  1. 01 σκουλήκι, έντομο
  2. 02 ασήμαντος άνθρωπος, αξιολύπητο ον
虫歯 むしば N3

ουσιαστικό

  1. 01 τερηδόνα, χαλασμένο δόντι, οδοντική κοιλότητα, οδοντική τερηδόνα
虫の息 むしのいき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία πνοή, ετοιμοθάνατος, στα πρόθυρα του θανάτου
虫の声 むしのこえ

ουσιαστικό

  1. 01 μουγκιζό (κυρίως το φθινόπωρο), ήχος εντόμων
虫のいい むしのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 εγωιστικός, συμφεροντολόγος
虫の音 むしのね

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φωνές και ήχοι που παράγουν τα έντομα
虫食い むしくい

ουσιαστικό

  1. 01 φαγωμένος από σκουλήκια, φαγωμένος από σκώρο
  2. 02 τρύπες σε ρούχα, φύλλα κ.λπ. που έχουν προκληθεί από κάμπιες, σκώρους κ.λπ.
  3. 03 φυλλοσκόπος (οποιοδήποτε πτηνό του γένους Phylloscopus), δεντροφυλλοσκόπος, θαμνοφυλλοσκόπος
虫唾が走る むしずがはしる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αηδιάζω, νιώθω αποτροπιασμό, ανατριχιάζω
虫の知らせ むしのしらせ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προαίσθημα, κακό προαίσθημα, διαίσθηση, ένστικτο
虫除け むしよけ

ουσιαστικό

  1. 01 εντομοκτόνο, απωθητικό εντόμων
虫の居所が悪い むしのいどころがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 εκνευρισμένος, κακόκεφος
虫眼鏡 むしめがね

ουσιαστικό

  1. 01 μεγεθυντικός φακός
  2. 02 παλαιστής χαμηλότερης κατάταξης
虫取り むしとり

ουσιαστικό

  1. 01 εντομοθηρία, κυνήγι εντόμων
虫刺され むしさされ

ουσιαστικό

  1. 01 τσίμπημα εντόμου
虫がいい むしがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 εγωιστικός, που ζητά πολλά, αναίσχυντος
虫取り網 むしとりあみ

ουσιαστικό

  1. 01 απόχη για πεταλούδες, απόχη για τη σύλληψη εντόμων
虫垂炎 ちゅうすいえん

ουσιαστικό

  1. 01 σκωληκοειδίτιδα
虫かご むしかご

ουσιαστικό

  1. 01 κλουβί εντόμων
虫を殺す むしをころす

άλλο, ρήμα

  1. 01 δαμάζω τον θυμό μου, χαλιναγωγώ τα νεύρα μου