2 αποτελέσματα για «蠧»

蠧毒 とどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εντομολογική ζημιά (σε καλλιέργειες, ρούχα κ.λπ.)
  2. 02 βλάβη, ζημιά, φθορά
  1. 01 σκουληκοφαγωμένος