141 αποτελέσματα για «裏»

うら N4

ουσιαστικό

  1. 01 αντίθετη πλευρά, κάτω μέρος, άλλη όψη, πλευρά κρυμμένη από τη θέα, κάτω επιφάνεια, οπίσθια πλευρά
  2. 02 πίσω μέρος, ράχη, πίσω από
  3. 03 φόδρα, εσωτερικό
  4. 04 στις σκιές, παρασκηνιακά, εκτός σκηνής, πίσω από την πλάτη κάποιου
  5. 05 κρυφή πλευρά (π.χ. προσωπικότητας), άγνωστες συνθήκες, διαφορετική όψη
  6. 06 απόδειξη
  7. 07 αντίθετο (πρόβλεψης, κοινής λογικής, κ.λπ.), εναντίον
  8. 08 αντίστροφο (υπόθεσης, κ.λπ.)
  9. 09 δεύτερο μισό (του inning)
裏切る うらぎる N3

ρήμα

  1. 01 προδίδω, αθετώ, εξαπατώ, είμαι άπιστος
  2. 02 απογοητεύω
裏腹 うらはら

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αντίθετος, ανάποδος, αντίστροφος
  2. 02 μπρος πίσω, παράλληλος, πλάτη με πλάτη, διπλανός, αχώριστος από, μέσα έξω
裏側 うらがわ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάποδη πλευρά, πίσω πλευρά, άλλη πλευρά, κρυφή πλευρά, παρασκήνια
裏切り うらぎり

ουσιαστικό

  1. 01 προδοσία, αθέτηση πίστης, απιστία
裏切り者 うらぎりもの

ουσιαστικό

  1. 01 προδότης, αποστάτης, καταδότης
裏口 うらぐち N2

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω είσοδος, πίσω έξοδος, κρυφή είσοδος
  2. 02 μη εξουσιοδοτημένος, παράνομος, αθέμιτος
裏手 うらて

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω πλευρά (κυρίως κτιρίου κ.λπ.), οπίσθια πλευρά, από πίσω
裏庭 うらにわ

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω κήπος, αυλή
裏がある うらがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρύβω παγίδα, έχω δεύτερες σκέψεις, υποκρύπτω κάτι παραπάνω
裏返る うらがえる

ρήμα

  1. 01 γυρίζω από την ανάποδη
  2. 02 προδίδω, κάνω διπλό παιχνίδι
  3. 03 φωνάζω με φαλτσέτο, σπάει η φωνή μου, τσιρίζω, βραχνιάζω
裏返す うらがえす N2

ρήμα

  1. 01 γυρίζω την ανάποδη, αναποδογυρίζω, φέρνω τούμπα
裏付ける うらづける

ρήμα

  1. 01 υποστηρίζω, ενισχύω, τεκμηριώνω, αποδεικνύω
裏方 うらかた

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που εργάζεται στα παρασκήνια, σκηνογράφος
  2. 02 σύζυγος ή ερωμένη ευγενούς προσώπου
裏返し うらがえし N1

ουσιαστικό

  1. 01 αντεστραμμένος, αναποδογυρισμένος
  2. 02 ανάποδη πλευρά, αντίθετο, αντεστραμμένο
裏表 うらおもて

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω και μπροστά, μέσα και έξω, οι δύο πλευρές
  2. 02 ανάποδα (π.χ. ρούχα)
  3. 03 διπροσωπία, υποκρισία
  4. 04 εξωτερική εμφάνιση και πραγματική κατάσταση, παρασκήνιο
裏門 うらもん

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω πύλη
裏目に出る うらめにでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φέρνω αντίθετα αποτελέσματα, έχω αρνητική κατάληξη (αποδίδω αποτέλεσμα αντίθετο από το αναμενόμενο ή το επιδιωκόμενο)
裏通り うらどおり

ουσιαστικό

  1. 01 παράπλευρος δρόμος (συχνά παράλληλος σε κεντρική οδό), στενό, σοκάκι, στενωπός
裏をかく うらをかく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεγελάω, υπερτερώ σε πονηριά, αντιστρέφω το σχέδιο κάποιου, νικώ
  2. 02 διαπερνώ κάτι εντελώς