15 αποτελέσματα για «裾»

すそ N1

ουσιαστικό

  1. 01 στρίφωμα, ρεβέρ (παντελονιού), ποδόγυρος, κάτω μέρος (κιμονό), ουρά (φορέματος)
  2. 02 κάτω μέρος, κάτω άκρη
  3. 03 πρόποδες (βουνού)
  4. 04 άκρες (μαλλιών)
  5. 05 κατάντη
裾野 すその

ουσιαστικό

  1. 01 πρόποδα βουνού, πεδιάδα στους πρόποδες βουνού
  2. 02 εύρος, έκταση, περιοχή, κύκλος επιρροής
裾上げ すそあげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοντέψιμο ποδόγυρου, στρίφωμα, κόντυμα (παντελονιών, φουστών κ.λπ.)
裾模様 すそもよう

ουσιαστικό

  1. 01 κιμονό με σχέδιο στο κάτω μέρος
裾分け すそわけ

ουσιαστικό

  1. 01 διαμοιρασμός σε άλλους αυτού που σου έχει δοθεί, μοίρασμα ενός μέρους του κέρδους με άλλους
裾裏 すそうら

ουσιαστικό

  1. 01 φόδρα στο κάτω μέρος κιμονό
裾取り すそとり

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή στον αστράγαλο
裾除け すそよけ

ουσιαστικό

  1. 01 υποφουστάνιο (μισοφόρι), που φοριέται κάτω από κιμονό
裾払い すそはらい

ουσιαστικό

  1. 01 οπίσθια σάρωση ποδιού
裾回し すそまわし

ουσιαστικό

  1. 01 φόδρα στο κάτω μέρος ενός κιμονό
裾野産業 すそのさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτικές βιομηχανίες, βιομηχανίες παροχής εξαρτημάτων και ανταλλακτικών
裾刈り すそがり

ουσιαστικό

  1. 01 κόψιμο τριχών στο κάτω μέρος, φιλάρισμα περιμέτρου
裾切り すそぎり

ουσιαστικό

  1. 01 απαλλαγή (από κανονισμό κ.λπ., συνήθως λόγω μικρής κλίμακας)
  2. 02 ρεβέρ, στρίφωμα (σε παντελόνια κ.λπ.)
裾礁 きょしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτιος ύφαλος
  1. 01 ρεβέρ, μανσέτα
  2. 02 στρίφωμα, ποδόγυρος
  3. 03 πρόποδες βουνού