18 αποτελέσματα για «襲»

襲う おそう N1

ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι, προσβάλλω, χτυπώ, καταδιώκω
  2. 02 διαδέχομαι (κάποιον σε θέση, ρόλο κ.λπ.)
  3. 03 κάνω μια απρόσμενη επίσκεψη, επισκέπτομαι ξαφνικά
襲撃 しゅうげき N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιφνιδιαστική επίθεση, έφοδος, επιδρομή
襲いかかる おそいかかる

ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι, ορμώ, εφορμώ, ξεσπώ, πηδώ πάνω σε
襲撃者 しゅうげきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτιθέμενος, επιδρομέας
襲来 しゅうらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισβολή, επιδρομή, επίθεση, επίσκεψη (μιας συμφοράς)
襲撃事件 しゅうげきじけん

ουσιαστικό

  1. 01 επιδρομή, επίθεση
襲名 しゅうめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχή επαγγελματικού ονόματος άλλου προσώπου
襲爵 しゅうしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχή στον τίτλο ευγενείας
襲歩 しゅうほ

ουσιαστικό

  1. 01 κάλπασμος (ρυθμός κίνησης αλόγου)
襲名披露 しゅうめいひろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγγελία της διαδοχής καλλιτεχνικού ονόματος
襲用 しゅうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υιοθέτηση
  2. 02 ακολουθία
襲職 しゅうしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάληψη καθήκοντος
襲封 しゅうほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχή σε φέουδο, κληρονόμηση τομέα
襲い攻める おそいせめる

ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι ορμητικά
襲雷 しゅうらい

ουσιαστικό

  1. 01 κεραυνός, αστραπή
襲衣 しゅうい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένδυση με ένα ρούχο πάνω από ένα άλλο
襲芳舎 しゅうほうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία των αυλικών κυριών (στο εσωτερικό του ανακτόρου Χεϊάν)
  1. 01 επιτίθεμαι
  2. 02 προελαύνω προς, επιτίθεμαι σε
  3. 03 διαδέχομαι, αναλαμβάνω
  4. 04 στοιβάζω, συσσωρεύω
  5. 05 συσσωρεύω, σωριάζω