28 αποτελέσματα για «覆»

覆う おおう N3

ρήμα

  1. 01 καλύπτω, κρύβω, αποκρύπτω, τυλίγω, μεταμφιέζω
覆す くつがえす N1

ρήμα

  1. 01 ανατρέπω, αναποδογυρίζω
  2. 02 ανατρέπω (κυβέρνηση κ.λπ.)
  3. 03 αναιρώ (απόφαση κ.λπ.), καταρρίπτω (καθιερωμένη θεωρία κ.λπ.), ακυρώνω
覆い隠す おおいかくす

ρήμα

  1. 01 καλύπτω, καλύπτω, συγκαλύπτω, κρύβω, αποκρύπτω
覆い被さる おおいかぶさる

ρήμα

  1. 01 υπερκαλύπτω, καλύπτω
  2. 02 πέφτω πάνω σε κάποιον (ευθύνη, βάρος, πίεση κ.ά.)
覆面 ふくめん N1

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 μάσκα, πέπλο, μεταμφίεση
  2. 02 ανώνυμος, χωρίς διακριτικά, με ψευδώνυμο
覆い尽くす おおいつくす

ρήμα

  1. 01 καλύπτω ολοκληρωτικά, τυλίγω γύρω από κάτι
覆る くつがえる

ρήμα

  1. 01 ανατρέπομαι, αναποδογυρίζω
  2. 02 καταρρίπτομαι, αναιρούμαι, ανατρέπομαι
ふく

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυψη (κακιών), πέπλο, κάλυμμα
  2. 02 ανατροπή, αναποδογύρισμα
覆い おおい

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυμμα, περίβλημα, κάλυπτρα, κουκούλα
覆い被せる おおいかぶせる

ρήμα

  1. 01 καλύπτω κάτι με άλλο αντικείμενο
覆水盆に返らず ふくすいぼんにかえらず

άλλο

  1. 01 αυτό που έγινε, έγινε, δεν έχει νόημα να κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα, το χυμένο νερό δεν επιστρέφει πίσω στη λεκάνη του
覆滅 ふくめつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκληρωτική ανατροπή, πλήρης καταστροφή, αφανισμός
覆面レスラー ふくめんレスラー

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιστής με μάσκα
覆面パトカー ふくめんパトカー

ουσιαστικό

  1. 01 συμβατικό περιπολικό
覆面作家 ふくめんさっか

ουσιαστικό

  1. 01 ανώνυμος συγγραφέας, συγγραφέας με ψευδώνυμο, συγγραφέας που αποκρύπτει την ταυτότητά του
覆没 ふくぼつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανατροπή και βύθιση
覆輪 ふくりん

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό περίγραμμα
覆面強盗 ふくめんごうとう

ουσιαστικό

  1. 01 κουκουλοφόρος ληστής, μασκοφόρος ληστής
覆土 ふくど

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάλυψη σπόρων με χώμα
覆審 ふくしん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστικός έλεγχος