5 αποτελέσματα για «訂»
訂正 ていせい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διόρθωση, αναθεώρηση, τροποποίηση
訂正印 ていせいいん
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα διόρθωσης (ειδική σφραγίδα που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει μια διόρθωση σε επίσημο έγγραφο)
訂する ていする
ρήμα
- 01 διορθώνω
訂す ただす
ρήμα
- 01 διορθώνω (ένα τυπογραφικό λάθος κ.λπ.)
訂
- 01 αναθεωρώ
- 02 διορθώνω
- 03 αποφασίζω