123 αποτελέσματα για «計»
計画 けいかく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχέδιο, πλάνο, πρόγραμμα, έργο, χρονοδιάγραμμα
計算 けいさん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπολογισμός, καταμέτρηση, μέτρημα, πρόσθεση, αριθμοί
- 02 σκέψη, εξέταση, υπολογισμός, εκτίμηση, προσδοκία
計る はかる N3
ρήμα
- 01 μετρώ, ζυγίζω, επιθεωρώ, χρονομετρώ, εκτιμώ
- 02 υποθέτω, συμπεραίνω, εικάζω
計 けい N3
ουσιαστικό, πρόθημα
- 01 σχέδιο, πλάνο
- 02 μετρητής, συσκευή μέτρησης
- 03 συνολικά, σύνολο
計画を立てる けいかくをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 σχεδιάζω
計り知れない はかりしれない
άλλο, επίθετο
- 01 ακατάληπτος, ανυπολόγιστος, αμέτρητος
計測 けいそく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μέτρηση
計画通り けいかくどおり
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 σύμφωνα με το σχέδιο, όπως είχε προγραμματιστεί
計画的 けいかくてき
επίθετο
- 01 προγραμματισμένος, προγραμματικός, συστηματικός
計らい はからい
ουσιαστικό
- 01 διευθέτηση, μεσολάβηση, διακριτική ευχέρεια, κρίση, διάθεση
計略 けいりゃく
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, τέχνασμα, στρατήγημα, παγίδα, μηχανορραφία
計器 けいき N3
ουσιαστικό
- 01 μετρητής, όργανο μέτρησης
計算外 けいさんがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός υπολογισμού, μη συμπεριλαμβανόμενος στους υπολογισμούς, εκτός λογαριασμού, απρόβλεπτος
計算に入れる けいさんにいれる
άλλο, ρήμα
- 01 υπολογίζω, λαμβάνω υπόψη, συμπεριλαμβάνω στους σχεδιασμούς μου
計算高い けいさんだかい
επίθετο
- 01 υπολογιστικός, συμφεροντολόγος
計画書 けいかくしょ
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, πρωτόκολλο, μανιφέστο, πρόγραμμα
計画性 けいかくせい
ουσιαστικό
- 01 σχεδιασμός, ικανότητα προγραμματισμού, μεθοδικότητα
計らう はからう
ρήμα
- 01 διαχειρίζομαι, διευθετώ, μεριμνώ για κάτι, διεκπεραιώνω
- 02 συμβουλεύομαι, συζητώ με κάποιον
計画を実行する けいかくをじっこうする
άλλο, ρήμα
- 01 υλοποιώ ένα σχέδιο
計画を進める けいかくをすすめる
άλλο, ρήμα
- 01 προωθώ ένα σχέδιο