22 αποτελέσματα για «討»

討伐 とうばつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποταγή (με χρήση στρατιωτικής δύναμης), καταστολή, εξουδετέρωση
討つ うつ N3

ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι, καταστρέφω, νικώ, κατακτώ, εκδικούμαι
討論 とうろん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση, αντιπαράθεση
討ち果たす うちはたす

ρήμα

  1. 01 φονεύω, σκοτώνω, κατασφάζω
討ち死に うちじに

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος στη μάχη, θάνατος στο πεδίο της μάχης
討ち滅ぼす うちほろぼす

ρήμα

  1. 01 καταστρέφω, αφανίζω
討伐軍 とうばつぐん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμωρητικό στράτευμα
討議 とうぎ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση, αντιπαράθεση
討滅 とうめつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστροφή, εξόντωση, εξάλειψη
討論会 とうろんかい

ουσιαστικό

  1. 01 συζήτηση, πάνελ συζήτησης, φόρουμ
討ち入り うちいり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έφοδος (π.χ. σε εχθρικό κάστρο), επίθεση, επιδρομή
討幕 とうばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατιωτική επίθεση εναντίον του σογκουνάτου
討ち入る うちいる

ρήμα

  1. 01 εισβάλλω (σε σπίτι, κάστρο κ.λπ.), επιτίθεμαι, κάνω επιδρομή
討っ手 うって

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικό σώμα καταδίωξης, τιμωρητική δύναμη, διώκτες
討究 とうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διερεύνηση, μελέτη, έρευνα
討ち止める うちとめる

ρήμα

  1. 01 σκοτώνω (με σπαθί, μαχαίρι, δόρυ, κ.λπ.), φονεύω, κατακόβω
討尋 とうじん

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτομερής διερεύνηση, εξονυχιστική έρευνα
討匪 とうひ

ουσιαστικό

  1. 01 καταστολή ληστών
討論者 とうろんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συζητητής, αγορητής
討議倫理学 とうぎりんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 διαλογική ηθική