160 αποτελέσματα για «記»

記憶 きおく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μνήμη, ανάμνηση, ενθύμηση
  2. 02 μνήμη, αποθήκευση
記録 きろく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταγραφή, αρχείο, έγγραφο, πρακτικά, ημερολόγιο καταγραφών, ηχογράφηση, καταγράφω, τηρώ αρχείο, καταχωρίζω
  2. 02 ρεκόρ (π.χ. στον αθλητισμό), επίτευξη ρεκόρ, καταγράφω ρεκόρ (π.χ. υψηλότερο)
記す しるす N1

ρήμα

  1. 01 γράφω, σημειώνω, καταγράφω
  2. 02 αναφέρω, περιγράφω, εξιστορώ
  3. 03 χαράσσω, σημαδεύω, σφραγίζω
  4. 04 θυμάμαι, χαράσσω (στη μνήμη μου)
記事 きじ N3

ουσιαστικό

  1. 01 άρθρο, είδηση, ρεπορτάζ, αναφορά
記念 きねん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάμνηση, μνήμη, εορτασμός, τιμή στη μνήμη
  2. 02 ενθύμιο, αναμνηστικό
記者 きしゃ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ρεπόρτερ, δημοσιογράφος
記述 きじゅつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιγραφή, αναφορά
記載 きさい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά (σε έγγραφο), καταγραφή, εγγραφή, δήλωση, καταχώριση

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αφήγηση, ιστορία, χρονικό, καταγραφή, αρχείο
  2. 02 ανακοίνωση, σημείωση, όπως ακολουθεί
  3. 03 Κοτζίκι (το αρχαιότερο ιστορικό αρχείο της Ιαπωνίας, συντάχθηκε το 712 μ.Χ.), Χρονικά Αρχαίων Υποθέσεων
記憶力 きおくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 μνήμη, ικανότητα απομνημόνευσης
記号 きごう N2

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι, σύμβολο, ένδειξη
記入 きにゅう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταχώριση (σε έντυπο, μητρώο, ημερολόγιο, κ.λπ.), συμπλήρωση
記憶喪失 きおくそうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια μνήμης, αμνησία
記憶にない きおくにない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν θυμάμαι, δεν έχω καμία ανάμνηση
記者会見 きしゃかいけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνέντευξη τύπου
記念日 きねんび

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα μνήμης, ημέρα εορτασμού, επέτειος
記念すべき きねんすべき

άλλο

  1. 01 αξιομνημόνευτος, άξιος μνείας, καθοριστικός, μνημειώδης
記念写真 きねんしゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 αναμνηστική φωτογραφία
記憶に新しい きおくにあたらしい

άλλο, επίθετο

  1. 01 νωπός στη μνήμη κάποιου, πρόσφατος στη μνήμη κάποιου
記念撮影 きねんさつえい

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη αναμνηστικής φωτογραφίας