5 αποτελέσματα για «訝»

訝しい いぶかしい

επίθετο

  1. 01 ύποπτος, αμφίβολος, αβέβαιος, επίφοβος, περίεργος
訝しむ いぶかしむ

ρήμα

  1. 01 υποπτεύομαι, αμφιβάλλω για, αμφισβητώ
訝る いぶかる

ρήμα

  1. 01 αναρωτιέμαι, προβληματίζομαι, ανησυχώ, υποψιάζομαι, αμφιβάλλω
訝しげ いぶかしげ

επίθετο

  1. 01 απορημένος, μπερδεμένος, περίεργος, καχύποπτος, δύσπιστος
  1. 01 αμφιβολία