19 αποτελέσματα για «詠»
詠唱 えいしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άρια
- 02 τραγούδι, ψαλμωδία, απαγγελία (π.χ. ξόρκι)
詠む よむ
ρήμα
- 01 συνθέτω (ιαπωνικό ποίημα), γράφω, χρησιμοποιώ ως θέμα ποιήματος
- 02 απαγγέλλω (π.χ. ποίημα), ψάλλω, ψαλμίζω
詠 えい
ουσιαστικό
- 01 απαγγελία (ποιήματος), ψαλμωδία, τραγούδι
- 02 σύνθεση (ποιήματος), συντεθειμένο ποίημα
詠嘆 えいたん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιφώνημα, θαυμασμός
詠じる えいじる
ρήμα
- 01 συνθέτω (π.χ. ποίημα)
- 02 απαγγέλλω, ψάλλω
詠み手 よみて
ουσιαστικό
- 01 ποιητής, δημιουργός ποιήματος
詠ずる えいずる
ρήμα
- 01 συνθέτω (π.χ. ποίημα)
- 02 απαγγέλλω, ψάλλω, τραγουδώ
詠歌 えいか
ουσιαστικό
- 01 ποίημα (ειδικότερα τάνκα), τραγούδι, σύνθεση ποιήματος ή τραγουδιού
- 02 τραγούδι προσκυνητή, ύμνος προσκυνητή
- 03 απαγγελία ποιήματος ή τραγουδιού με δυνατή φωνή
詠み人 よみびと
ουσιαστικό
- 01 ποιητής, αυτός που συνθέτει ένα ποίημα
詠草 えいそう
ουσιαστικό
- 01 πρόχειρο ποίημα
詠進 えいしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποβολή ποιήματος (στην Αυλή ή σε ιερό)
詠み込む よみこむ
ρήμα
- 01 συμπεριλαμβάνω (μια εποχική λέξη, όνομα τοποθεσίας κ.λπ.) σε ένα ποίημα
詠史 えいし
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό ποίημα ή έπος
詠み人知らず よみびとしらず
άλλο
- 01 άγνωστος δημιουργός, ανώνυμος
詠春拳 えいしゅんけん
ουσιαστικό
- 01 εϊσούνκεν (παραδοσιακή κινεζική πολεμική τέχνη)
詠誦 えいしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απαγγελία ποίησης
詠吟 えいぎん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απαγγελία ποίησης
詠叙唱 えいじょしょう
ουσιαστικό
- 01 αριόζο, λυρικό άσμα (είδος ενδιάμεσου μεταξύ άριας και ρετσιτατίβου)
詠
- 01 απαγγελία
- 02 ποίημα
- 03 τραγούδι
- 04 σύνθεση