3 αποτελέσματα για «詣»

詣でる もうでる

ρήμα

  1. 01 πραγματοποιώ προσκύνημα
詣で もうで

επίθημα

  1. 01 προσκύνημα, θρησκευτική επίσκεψη
  1. 01 επισκέπτομαι ναό
  2. 02 φτάνω
  3. 03 επιτυγχάνω