8 αποτελέσματα για «誅»

ちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 θανατική ποινή
誅殺 ちゅうさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτέλεση εγκληματία
誅する ちゅうする

ρήμα

  1. 01 θανατώνω (π.χ. αμαρτωλό, προδότη κ.λπ.), επιβάλλω τη θανατική ποινή σε κάποιον
誅伐 ちゅうばつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τιμωρία εγκληματιών μέσω στρατιωτικής επέμβασης
誅戮 ちゅうりく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θανατική εκτέλεση εγκληματία, τιμωρία μέσω εκτέλεσης, θανατική ποινή
誅求 ちゅうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταπιεστική είσπραξη (φόρων κ.ά.)
誅滅 ちゅうめつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξόντωση αμαρτωλών ανθρώπων, τιμωρία των κακών
  1. 01 θανατική ποινή