69 αποτελέσματα για «誘»

誘う さそう N3

ρήμα

  1. 01 προσκαλώ, καλώ, ζητώ, παίρνω μαζί (κάποιον)
  2. 02 δελεάζω, παρασύρω, αποπλανώ, σαγηνεύω
  3. 03 προκαλώ (π.χ. δάκρυα, γέλιο, συμπάθεια), διεγείρω
誘い さそい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσκληση, εισαγωγή, γνωριμία
  2. 02 πειρασμός
誘導 ゆうどう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθοδήγηση, οδήγηση, επαγωγή, εισαγωγή, υποκίνηση, παρακίνηση, κίνητρο
誘拐 ゆうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαγωγή
誘惑 ゆうわく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πειρασμός, σαγήνη, δέλεαρ, παραπλάνηση, αποπλάνηση
誘い込む さそいこむ

ρήμα

  1. 01 παρασύρω, δελεάζω, προσκαλώ κάποιον να συμμετάσχει
誘拐犯 ゆうかいはん

ουσιαστικό

  1. 01 απαγωγέας
誘い出す さそいだす

ρήμα

  1. 01 παρασύρω, προσκαλώ έξω
誘いに乗る さそいにのる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενδίδω σε πρόσκληση, δελεάζομαι, δέχομαι μια πρόταση, πείθομαι να κάνω κάτι
誘拐事件 ゆうかいじけん

ουσιαστικό

  1. 01 απαγωγή
誘発 ゆうはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαγωγή, πρόκληση, ενεργοποίηση, δημιουργία
誘惑に負ける ゆうわくにまける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενδίδω στον πειρασμό
  2. 02 υποκύπτω
誘致 ゆうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσέλκυση, δελεασμός, πρόσκληση
誘爆 ゆうばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαγόμενη έκρηξη, δευτερογενής έκρηξη
誘導尋問 ゆうどうじんもん

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδηγητική ερώτηση
誘いをかける さそいをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσκαλώ, απευθύνω κάλεσμα
誘引 ゆういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δελεασμός, προτροπή, έλξη
誘いかける さそいかける

ρήμα

  1. 01 προτείνω σε κάποιον να κάνει κάτι, προσκαλώ, δελεάζω, παρασύρω, προσελκύω
誘導弾 ゆうどうだん

ουσιαστικό

  1. 01 κατευθυνόμενο βλήμα
誘蛾灯 ゆうがとう

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοπαγίδα (για την εξόντωση εντόμων)