142 αποτελέσματα για «読»
読む よむ N5
ρήμα
- 01 διαβάζω
- 02 απαγγέλλω (π.χ. ένα σούτρα), ψέλνω
- 03 προβλέπω, μαντεύω, προγνωρίζω, διαβάζω (τις σκέψεις κάποιου), βλέπω (π.χ. στην καρδιά κάποιου), χρησμοδοτώ
- 04 προφέρω, διαβάζω (π.χ. ένα καντζί)
- 05 αποκρυπτογραφώ, διαβάζω (ένα μετρητή, γράφημα, μουσική κ.λπ.), λέω (την ώρα)
- 06 μετράω, εκτιμώ
- 07 διαβάζω (ένα καντζί) με την ιαπωνική του ανάγνωση
読み取る よみとる
ρήμα
- 01 διαβάζω και κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
- 02 αντιλαμβάνομαι από εξωτερικά στοιχεία, διαβάζω το μυαλό (κάποιου)
- 03 διαβάζω (π.χ. βαθμονόμηση, ταινία κ.λπ.), σαρώνω (κωδικό μπαρ), αναγιγνώσκω
読書 どくしょ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάβασμα
読者 どくしゃ
ουσιαστικό
- 01 αναγνώστης
読み よみ N3
ουσιαστικό
- 01 ανάγνωση
- 02 ανάγνωση (ενός κάντζι, ειδικά η ανάγνωση κουν)
- 03 ανάγνωση (π.χ. μιας κατάστασης), διορατικότητα, κρίση, ερμηνεία, πρόβλεψη, υπολογισμός
読み上げる よみあげる N1
ρήμα
- 01 διαβάζω δυνατά, εκφωνώ
- 02 ολοκληρώνω την ανάγνωση, διαβάζω ολόκληρο το κείμενο
読み返す よみかえす
ρήμα
- 01 ξαναδιαβάζω
読み終わる よみおわる
ρήμα
- 01 τελειώνω το διάβασμα, ολοκληρώνω την ανάγνωση
読み書き よみかき
ουσιαστικό
- 01 ανάγνωση και γραφή
読み進む よみすすむ
ρήμα
- 01 συνεχίζω το διάβασμα
読み込む よみこむ
ρήμα
- 01 διαβάζω προσεκτικά, διαβάζω επανειλημμένα
- 02 ερμηνεύω (κάτι) με επιπλέον νόημα, διαβάζω (κάτι) μέσα στις γραμμές
- 03 λαμβάνω υπόψη (μελλοντικές αλλαγές)
- 04 φορτώνω (δεδομένα), διαβάζω, ανακτώ (π.χ. μια εντολή της CPU)
読み解く よみとく
ρήμα
- 01 διαβάζω και κατανοώ, ερμηνεύω (π.χ. ένα δύσκολο κείμενο), διαβάζω σε βάθος, διαβάζω προσεκτικά, αναλύω
- 02 αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ
読み方 よみかた
ουσιαστικό
- 01 προφορά, ανάγνωση (π.χ. ενός κάντζι)
- 02 τρόπος ανάγνωσης (μεγαλοφώνως)
- 03 ερμηνεία (π.χ. ενός κειμένου), ανάγνωση
読みふける よみふける
ρήμα
- 01 απορροφώμαι από το διάβασμα, χάνομαι στο διάβασμα, βυθίζομαι στο διάβασμα (ενός βιβλίου)
読み直す よみなおす
ρήμα
- 01 ξαναδιαβάζω (ένα βιβλίο κ.λπ.)
読経 どきょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψαλμωδία βουδιστικών κειμένων
読み聞かせる よみきかせる
ρήμα
- 01 διαβάζω δυνατά, διαβάζω σε κάποιον
読みかけ よみかけ
ουσιαστικό
- 01 μιση αναγνωση, ημιτελης αναγνωση
読み漁る よみあさる
ρήμα
- 01 διαβάζω μανιωδώς, ξεκοκαλίζω πολλά βιβλία, διαβάζω αδιακρίτως τα πάντα (συνήθως για συγκεκριμένο τύπο ή είδος βιβλίων)
読破 どくは
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάγνωση ολόκληρου βιβλίου, ολοκλήρωση βιβλίου