40 αποτελέσματα για «課»

課題 かだい N3

ουσιαστικό

  1. 01 θέμα, ζήτημα, αντικείμενο
  2. 02 εργασία, σχολική εργασία
  3. 03 πρόβλημα (που απαιτεί επίλυση), καθήκον, πρόκληση, ερώτημα
  4. 04 διαδρομή (στην αναρρίχηση, στο bouldering, κ.λπ.), πρόβλημα
N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 μάθημα
  2. 02 τμήμα, διεύθυνση (σε έναν οργανισμό)
  3. 03 αριθμητική λέξη για μαθήματα και κεφάλαια (βιβλίου)
課長 かちょう N4

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής τμήματος, προϊστάμενος τμήματος
課す かす

ρήμα

  1. 01 επιβάλλω (φόρο, πρόστιμο κ.λπ.), φορολογώ, αναθέτω (καθήκον, εργασία κ.λπ.), δίνω, ορίζω
課する かする

ρήμα

  1. 01 επιβάλλω (φόρο, πρόστιμο κ.λπ.), επιβάλλω (δασμούς), αναθέτω (καθήκον, εργασία κ.λπ.), δίνω, ορίζω
課金 かきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρέωση, έκδοση λογαριασμού, τιμολόγηση
  2. 02 πληρωμή για εικονικά αγαθά ή προνομιακές λειτουργίες (σε βιντεοπαιχνίδι, σε υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης, κ.λπ.), μικροσυναλλαγή
課程 かてい N3

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό πρόγραμμα, πρόγραμμα σπουδών
課税 かぜい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φορολογία
課外授業 かがいじゅぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωσχολικό μάθημα
課外活動 かがいかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωσχολικές δραστηριότητες
課題曲 かだいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρεωτικό μουσικό κομμάτι
課員 かいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος τμήματος
課外 かがい N1

ουσιαστικό

  1. 01 εξωσχολικός
課の仕事 かのしごと

ουσιαστικό

  1. 01 καθήκοντα τμήματος (αρμοδιότητα)
課業 かぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική εργασία, μαθήματα
課長代理 かちょうだいり

ουσιαστικό

  1. 01 αναπληρωτής διευθυντής τμήματος, υπηρεσιακός διευθυντής τμήματος
課役 かえき

ουσιαστικό

  1. 01 κατανομή εργασιών
課徴金 かちょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματικές επιβαρύνσεις, πρόστιμα (δηλαδή τέλη)
課金制 かきんせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα χρέωσης, σύστημα πληρωμών
課税率 かぜいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογικός συντελεστής