24 αποτελέσματα για «談»

談笑 だんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φιλική κουβέντα, ευχάριστη συζήτηση, ανέμελη συνομιλία, φιλική επικοινωνία
だん

ουσιαστικό

  1. 01 συζήτηση, ιστορία, κουβέντα
談話室 だんわしつ

ουσιαστικό

  1. 01 σαλόνι, κοινόχρηστη αίθουσα
談話 だんわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση, κουβέντα, διάλογος
  2. 02 ανεπίσημη έκφραση γνώμης, αυθόρμητα σχόλια, σχόλιο
  3. 03 λόγος
談義 だんぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση, κουβέντα, ομιλία
  2. 02 βαρετή ομιλία, διάλεξη, κήρυγμα
  3. 03 επίπληξη, παρατήρηση
  4. 04 κήρυγμα
  5. 05 διαβούλευση, σύσκεψη, συζήτηση
談合 だんごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεννόηση για διαγωνισμούς, συμπαιγνία (σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς), παράνομη συμφωνία καθορισμού τιμών
  2. 02 διαβούλευση, συζήτηση, σύσκεψη
談判 だんぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαπραγματεύσεις, διαπραγμάτευση, συνομιλίες, προβολή απαιτήσεων
談じる だんじる

ρήμα

  1. 01 συζητώ, διαπραγματεύομαι, αντιπαρατίθεμαι
  2. 02 διαπραγματεύομαι
談ずる だんずる

ρήμα

  1. 01 συζητώ, διαπραγματεύομαι, επιχειρηματολογώ
  2. 02 διαπραγματεύομαι
談論 だんろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση
談論風発 だんろんふうはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζωηρή συζήτηση
談じ込む だんじこむ

ρήμα

  1. 01 συζητώ διεξοδικά με κάποιον
談話会 だんわかい

ουσιαστικό

  1. 01 συμπόσιο, συζήτηση, συγκέντρωση για συζήτηση
談林派 だんりんは

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή Ντανρίν (της ποίησης χαϊκάι)
談叢 だんそう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή ενδιαφερουσών ιστοριών, βιβλίο που περιέχει σειρά ενδιαφερουσών ιστοριών
談林風 だんりんふう

ουσιαστικό

  1. 01 παιγνιώδες ύφος της ποίησης χάικαι που έγινε δημοφιλές στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα
談義本 だんぎぼん

ουσιαστικό

  1. 01 ντανγκίμπον, είδος χιουμοριστικού βιβλίου δημοφιλούς κατά την περίοδο Έντο (από τη δεκαετία του 1750)
談合入札 だんごうにゅうさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεννοημένη δημοπρασία, προσυνεννοημένη υποβολή προσφορών
談話表示構造理論 だんわひょうじこうぞうりろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία δομής αναπαράστασης λόγου, DRS
談語 だんご

ουσιαστικό

  1. 01 συζήτηση, διαβούλευση