10 αποτελέσματα για «諾»

だく

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνία, συναίνεση
  2. 02 Νορβηγία
諾々 だくだく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 υπάκουος, υποτακτικός, εξημερωμένος, δουλικός
諾否 だくひ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκατάθεση ή άρνηση, ναι ή όχι, απόφαση για αποδοχή ή απόρριψη, υπερψήφιση ή καταψήφιση, έγκριση ή απόρριψη
諾する だくする

ρήμα

  1. 01 συγκατατίθεμαι σε, συμφωνώ με
諾う うべなう

ρήμα

  1. 01 συμφωνώ (σε πρόταση, αίτημα κ.λπ.), συναινώ, αποδέχομαι
諾威 ノルウェー

ουσιαστικό

  1. 01 Νορβηγία

επιφώνημα

  1. 01 ναι, εντάξει, σύμφωνοι, οκέι
諾約 だくやく

ουσιαστικό

  1. 01 συγκατατίθεμαι σε αίτηση για σύμβαση
諾約者 だくやくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που δίνει μια υπόσχεση, ο υποσχόμενος
  1. 01 συγκατάθεση
  2. 02 έγκριση
  3. 03 συμφωνία